χορτοπιεστήριο(ν)

χορτοπιεστήριο(ν)
το сенной пресс

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Смотреть что такое "χορτοπιεστήριο(ν)" в других словарях:

  • χορτοπιεστήριο — το, Ν γεωργικό μηχάνημα με το οποίο συμπιέζονται και δεματοποιούνται τα χόρτα που προορίζονται για ζωοτροφή …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»